τειχοκαταλύτης
τειχοκαταλύτης, demolisher of walls
τειχο-καταλύτης [ῠ], ου, ὁ,
- demolisher of walls, Ctes. Fr. 57.3.
τειχο·καταλύτης, ου (ὁ) [ᾰᾰῠ] destructeur de remparts, Ctés. Ind. 1.
Étym. τεῖχος, καταλύω.
τειχοκαταλύτης, ὁ, der Mauern zerstört, Ctes.