τειχομάχης
τειχομάχης, storming walls, an engineer
τειχομᾰχ-ης, ου, Dor. -ας, ὁ,
- storming walls, besieger, τ. ἀνήρ Ar. Ach. 570 (lyr.).
τειχο·μάχης, ου (ὁ) c. τειχομάχος, Ar. Ach. 570.
τειχομάχης, ὁ, = τειχομάχος, Ar. Ach. 570 τειχομάχας ἀνήρ.
τειχομάχης
τειχο-μάχης (ᾰ), ου, ὁ,
μάχομαι
- storming walls, an engineer, Ar.