τειχύδριον
τειχύδριον, dim. of τεῖχος
τειχ-ύδριον, τό, Dim. of τεῖχος, X. HG 2.1.28.
τειχύδριον, ου (τὸ) petite fortification, Xén. Hell. 2, 1, 28.
Étym. dim. de τεῖχος.
τειχύδριον, τό, dim. von τεῖχος, Xen. Hell. 2.1.28, kleines Kastell.
τειχύδριον, ου, τό,
Dim. of τεῖχος, Xen.
τείως, adv.