τελειοκαρπέω
τελειοκαρπέω, produce perfect fruit
τελειο-καρπέω,
- produce perfect fruit, Thphr. HP 1.13.4, al.; τελεοκαρπέω, ib. 4.8.8, CP 6.4.3.
τελειο·καρπέω-ῶ, amener un fruit ou des fruits à parfaite maturité, Th. H.P. 1, 13, 4.
Étym. τέλειος, καρπός.
τελειοκαρπέω, = τελεοκαρπέω, zw.