τελείωμα
τελείωμα, completion
τελεί-ωμα, ατος, τό,
- completion, τῆς οἰκίας Arist. Ph. 246a17; τῆς ψυχῆς Aq. Jb. 12.2, Eun. VS p.500 B.
- 2 Thess. τελείουμα, dedication on the occasion of τελείωσις II, IG 9(2).1235 (Phalanna, ii B.C.).
τελείωμα, ατος (τὸ) c. τελείωσις, Arstt. Phys. 7, 3, 6.
τελείωμα, τό, = τελείωσις, LXX.