τελεογονέω Save LSJ Bailly 2024 τελεο-γονέω, τελεο-γονία, τελεο-γόνος, v. τελειογονέω, τελειογονία, τελειογόνος. τελεο·γονέω-ῶ, c. τελειογονέω, Plut. M. 1018b. Étym. τελεόγονος.