τελεσίδρομος
τελεσί-δρομος, ον,
- = τελεοδρόμος, Anon. ap. Stob. 1.9.7.
- II Τελεσίδρομος, ὁ, name of a hero, IG 1(2).5.4.
τελεσίδρομος, = τελεόδρομος, übh. vollkommen, Stob. ecl. 1 p. 274.