τελεσίκαρπος Save Bailly 2024 Pape τελεσί·καρπος, ος, ον [ῐ] qui amène ses fruits à maturité, Str. 687. Étym. τελέω, καρπός. τελεσίκαρπος, = τελεόκαρπος, Strab.