τελεσικαρπέω
τελεσικαρπέω, bring to maturity
τελεσῐ-καρπέω,
- bring to maturity, καρπόν Str. 17.3.11; and τελεσῐ-καρπος, ον, bringing its fruit to maturity, ἄμπελος Id. 15.1.8.
τελεσικαρπέω-ῶ [ῐ] amener ses fruits à maturité, Str. 831.
Étym. τελεσίκαρπος.
τελεσικαρπέω, = τελεοκαρπέω, Sp.