τελεσσίνοος
τελεσσί-νοος [ῐ], ον,
- = τελεσσίφρων, Orph. A. 1311.
τελεσσί·νοος-ους, οος-ους, οον-ουν [ῐ] qui accomplit son dessein, Orph. Arg. 1308.
Étym. poét. p. *τελεσίνοος de τελέω, νόος.
τελεσσίνοος, poet. = τελεσίνοος, Orph. Arg. 1308.