τετράκι
τετράκι, four times
τετράκι [ᾰῐ] c. τετράκις, Pd. N. 7, 153 ; Call. Epigr. 55, 2 ; Méléagr. 30, 4 ; (Anth. 12, 52, 4).
τετράκι, = τετράκις.
τετράκι, (ς)
- 1four times κλεινᾷ τʼ ἐν Ἰσθμῷ τετράκις εὐτυχέων O. 7.81 ταὐτὰ δὲ τρὶς τετράκι τʼ ἀμπολεῖν ἀπορία τελέθει (Er. Schmid: τετράκις codd.) N. 7.104 νικαφορίαις γὰρ ὅσαις ἱπποτρόφον ἄστυ τὸ Προίτοιο θάλησεν Κορίνθου τʼ ἐν μυχοῖς, καὶ Κλεωναίων πρὸς ἀνδρῶν τετράκις N. 10.42