τετρακοσιοστός
τετρακοσιοστός, four hundredth
τετρᾰκοσι-οστός, ή, όν,
- four hundredth, ἔτος Din. 1.73, LXX 3 Ki. 6.1.
- II τετρακοσιοστή, ἡ, tax of 1/400, PCair.Zen. 12.78 (iii B.C., spelt -αστή).
τετρακοσιοστός, ή, όν [ᾰ] quatre-centième, Din. 99, 29.
Étym. τετρακόσιοι.
τετρακοσιοστός, der, die, das vierhundertste, überall.