τετρακοτυλιαῖος Save Bailly 2024 Pape τετρακοτυλιαῖος, α, ον [ᾰῠ] c. le suiv. Sext. P. 3, 94. τετρακοτυλιαῖος, = τετρακότυλος, πλῆθος, S.Emp. pyrrh. 3.94.