τετράρουρος
τετράρουρος, tenant of four ἄρουραι
τετρ-άρουρος [ᾰ], ὁ,
- tenant of four ἄρουραι, PMich.Zen. 96.2 (iii B.C.), BGU 1213.18 (p.192, iii B.C.).