τετράπτολις Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape τετρά-πτολις, poet. for τετράπολις (q.v.). τετρά·πτολις, εως (ἡ) c. τετράπολις, Eur. Her. 81. τετράπτολις poët. voor τετράπολις. τετράπτολις, ἡ, poet. statt τετράπολις ; λαός, Eur. Heracl. 80 ; Ar. Lys. 285.