τετράπτιλος
τετράπτιλος, four-winged
τετρά-πτῐλος, ον,
- four-winged, Ar. Ach. 1082.
τετρά·πτιλος, ος, ον [ῐ] à quatre ailes, Ar. Ach. 1082.
Étym. τ. πτίλον.
τετράπτιλος, mit vier Federn, Ar. Ach. 1046.
τετράπτιλος
τετρά-πτῐλος (ᾰ), ον,
πτίλον
- four-winged, Ar.