τετράπτωτος
τετράπτωτος, with four cases
τετρά-πτωτος, ον,
- with four cases, Sch.D.T.p.231 H., Diom.p.309 K., Gloss.
τετρά·πτωτος, ος, ον, à quatre cas, Gramm.
Étym. τ. πίπτω, v. πτῶσις.
τετράπτωτος, vier Casus habend, Gramm.