τετραποδιστί
τετραποδιστί, on all fours
τετρᾰποδ-ιστί, Adv.
- = τετραποδητί, Plu. Apophth. Lac. 2.241f, Luc. DMar. 7.2.
τετραποδιστί [ᾰ] adv. en allant à quatre pattes, Luc. D. mar. 7, 2.
Étym. τετραποδίζω.
τετραποδιστί, adv., = τετραποδητί, βαδίζειν, Luc. D.Mar. 7.2.
τετραποδιστί
πούς
- on all fours, Luc.