τιμάωρ Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape τιμάωρ, v. τιμωρός. τιμάωρ, άορος (ὁ) [ῑ] c. τιμωρός, Eschl. Suppl. 43. τιμάωρ -ορος, ὁ zie τιμωρός. τιμάωρ, [ῑ], ορος, ὁ, = τιμάορος, τιμωρός, Aesch. Suppl. 42.