τιμάω
τιμάω, τῑμάω, τῑμήσω, ἐτίμησα, τετίμηκα, τετίμημαι, ἐτῑμήθην, honor
- honour, revere, reverence (in this sense the Med. is used only by Hom.); of the honour rendered to superiors, as by men to gods, by men to their elders, rulers, or guests, περὶ κῆρι θεὸν ὣς τιμήσαντο Od. 19.280, etc.; τίμα τὸν πατέρα σου LXX Ex. 20.12, al.; conversely of the honour bestowed by gods upon a man, μερμήριζε (sc. Ζεὺς) . ., ὡς Ἀχιλῆα τιμήσῃ Il. 2.4, cf. 15.612, Od. 3.379; by a father on his son, 14.203, Hes. Th. 532; by an elder brother, Il. 22.235 (Med.): also in Pi., Hdt., and Att., ἐξόχως τίμας εν Pi. O. 9.69; δαιμόνων τιμᾶν γένος A. Th. 236; θεοὺς τιμῶντες S. OC 277, cf. 1071 (lyr.), Hdt. 2.29; σέβεσθαι καὶ τ. τοὺς θεούς X. Mem. 4.3.13; ἱλασκομένοις καὶ τιμῶσιν . . Δία Πατρώϊον SIG 1044.6 (Halic., iv/iii B.C.); τὸν φίλον τιμῶσιν ἐξ ἴσου πατρί S. Ant. 644, cf. 516, E. Med. 660 (lyr.), Hdt. 7.107, etc.; θεοὶ δʼ ὅταν τιμῶσιν, οὐδὲν δεῖ φίλων E. HF 1338: abs., οἱ τύραννοι μάλιστα δύνανται τιμᾶν bestow honours, D. 20.15 (τιμᾶν secl. Bake), cf. Pl. Lg. 631e: hence simply, reward, X. Cyr. 3.3.6, Isoc. 9.42 (so in Pass., Hdt. 7.213, Lys. 12.64, 19.18); ἐπαινεῖν καὶ τ., τ. καὶ δωρεῖσθαι, δωρεῖσθαί τε καὶ τ., τ. καὶ χαρίζεσθαι, X. Cyr. 1.2.12, 3.2.28, 8.2.10, 2.4.9: c. dat. modi, δωτίνῃσι θεὸν ὣς τιμήσουσι will honour him with gifts, Il. 9.155; ξεῖνον ἐτιμήσασθʼ ἐνὶ οἴκῳ εὐνῇ καὶ σίτῳ Od. 20.129; τιμᾶν τινα τάφῳ, γόοις, A. Th. 1051, Supp. 116 (lyr.); πόλιν τ. συμμάχῳ δορί Id. Eu. 773; ἐσθήμασι Th. 3.58; χοροῖς E. Ba. 220; δώροις X. An. 1.9.14, HG 6.1.6; στρεπτοῖς καὶ ψελίοις τ. καὶ κοσμεῖν τινα Id. Cyr. 1.3.3:—Pass., mostly in pf. τετίμημαι, which alone is pass. in Hom., to be honoured, held in honour, Il. 9.608, Od. 7.69; ἐτιμήθη παρὰ Ξέρξῃ Hdt. 8.105; ὑπό τινος Pl. R. 426c, etc.; τετίμαται πρὸς ἀθανάτων Pi. I. 4(3).59(77); σκήπτρῳ . . δῶκε τετιμῆσθαι περὶ πάντων Il. 9.38, cf. 12.310; τιμᾶσθαι προεδρίαις X. Vect. 3.4, cf. Cyr. 8.4.2; ἐκ τοῦ πολεμεῖν Th. 5.16: c. acc. cogn. attracted to gen., ὥς μευ ἀεὶ μέμνησαι ἐνηέος, οὐδέ σε λήθω, τιμῆς ἧς τέ μʼ ἔοικε τετιμῆσθαι Il. 23.649 (but c. gen., τετειμημένος ὑπὸ τῶν αὐτοκρατόρων τετάρτης στρατείας ( = Lat. quattuor militiis) Supp.Epigr. 7.145 (Palmyra, ii A.D.)); οἱ τετιμηυένοι men of rank, men in office, X. Cyr. 8.3.9; οἱ τιμώμενοι ib. 8.8.4, cf. E. Or. [913]; τῆς πόλεως τὸ τιμώμενον ἀπὸ τοῦ ἄρχειν the honour enjoyed by the city, Th. 2.63.
- II of things, hold in honour or esteem, value, prize, h.Hom. 25.6, Pi. O. 6.72, etc.; τί τὴν τυραννίδα τιμᾷς ὑπέρφευ; E. Ph. 550; νόμους τ. Id. Tr. 1211; τὴν εὐσέβειαν, ἀγνωμοσύναν, Id. Ion 1046, Ba. 885 (lyr.); ἰσότητα Id. Ph. 536, cf. Pl. Tht. 149c; τὸ σωφρονεῖν τ. τοῦ βίου πλέον A. Supp. 1013.
- 2 c. gen. pretii, estimate or value at a certain price, Pl. Lg. 917c, 921b, PCair.Zen. 269.13, 15 (iii B.C.), UPZ 67.3 (ii B.C.), etc.; πλοῖα τετιμημένα χρημάτων Th. 4.26: abs., τετιμῆσθαι ἕκαστον τὴν οὐσίαν χρεών that each man should have his property valued (for assessment), Pl. Lg. 955d, etc.; οἱ ὑπὲρ τὰς μυρίας τιμώμενοι δραχμάς Plb. 6.23.15; τὸ τιμηθέν the estimate, Pl. Lg. 954b:—freq. in Med., διακοσίων ταλάντων ἐτιμήσατο <τὰ> αὑτοῦ estimated his property at . ., Lys. 19.48, cf. PPetr. 2 intr. p.33 (iii B.C.); πρὸ παντὸς τιμᾶσθαί τι, like περὶ παντὸς ποιεῖσθαι (v. περί A. IV), Th. 3.40, cf. 1.33; πλείονος, μείζονος τιμᾶσθαι, X. Mem. 3.10.10, Cyr. 2.1.13; τοσούτου τ. τὴν πολιτείαν D. 22.45; μίαν ἡδονὴν θανάτου τ. Plu. Lib.educ. 2.5b: also with Preps., ἀντὶ παντὸς ἂν τιμησαίμην εἰπεῖν τοῦ βίου D. 18.214: without a gen., ἐτιμήσαντο τήν τε χώραν καὶ τὰς οἰκίας Plb. 2.62.7: simply, value, estimate, ἐν προικί Is. 3.35, cf. D. 47.57 (Pass.), 53.1; τινα LXX Le. 27.8, Ev.Matt. 27.9.
- 3 rarely, award or give as an honour, Παιάν τέ σοι τιμᾷ φάος Pi. P. 4.270; ταὐτὰ τῇδέ μοι τάδε τιμᾶτε S. Aj. 688; ἐκείνῳ δυσσεβῆ τιμᾷς χάριν Id. Ant. 514; πατρῴαν τιμῶν χάριν E. Or. 829 (lyr.): hence,
- III as Att. law-term (cf. τίμημα 4):
- 1 in Act. (later in Med., PHal. 1.201 (iii B.C.), D.L. 2.41, etc.), of the court, estimate the amount of punishment due to the criminal, award the penalty, τιμάτω τὸ δικαστήριον, ὅ τι ἂν δέῃ πάσχειν . . τὸν ἡττηθέντα Pl. Lg. 843b; τὴν ἀξίαν τῆς βλάβης ib. 879b; τ. τὰς βλάβας ib. 843d; τ. τὴν δίκην ib. 880d (cf. infr. 2c); ἅπασι τ. τὴν μακράν (sc. γραμμήν) award them the long line, i.e. sentence of death, Ar. V. 106, ubi v. Sch.: abs., ὡς ἐγὼ τιμᾶν βλέπω I carry penalty in my eyes, am itching for pains and penalties, ib. 847: the sentence or judgement awarded is added in the gen., τ. τινὶ θανάτου (sc. δίκην) give sentence of death against a man, condemn him to death, Lys. 27.7 (cf. 8), Pl. Grg. 516a, D. 24.103 (Pass.), 32.15; τ. τινὶ δέκα ταλάντων mulct him in ten talents, Id. 58.31; τίνος τιμήσειν αὐτῷ προσδοκᾷς τὸ δικαστήριον; at what do you expect the court to fix his penalty? Id. 21.151, cf. Pl. Ap. 37c; ἡ ἡλιαία τιμάτω περὶ αὐτοῦ ὅτου ἂν δόξῃ ἄξιος εἶναι παθεῖν Lex ap. D. 21.47: c. acc. pers., τιμάτωσαν αὐτὸν καθʼ ὅτι ἂν δοκῇ τῷ κοινῷ IG 2(2).1275.16:—Pass., τιμᾶσθαι ἀργυρίου to be condemned to a fine, τινος for a thing, Lys. 6.22, Lex ap. D. 21.47; ἐὰν . . ᾖ τῳ θανάτου τετιμημένον if sentence of death has been passed upon one, Pl. Lg. 946e, cf. Antipho 6.38.
- 2 in Med., of the parties before the court,
- a of the accuser, τιμᾶταί μοι ὁ ἀνὴρ θανάτου (sc. τὴν δίκην) he estimates the penalty at death (gen. pretii) for me, Pl. Ap. 36b; εἰ βούλοιτο θανάτου σοι τιμᾶσθαι Id. Grg. 486b, cf. D. 25.74,83, etc.
- b of the person accused (cf. ἀντιτιμάω, ὑποτιμάω) , τιμήσεσθαι τοιούτου τινὸς ἐμαυτῷ estimate the penalty for myself at so high a rate, Pl. Ap. 37b, cf. 38b; ἐξῆν σοι φυγῆς τιμήσασθαι Id. Cri. 52c; ἔδησεν ἑαυτὸν τιμησάμενος δεσμοῦ Lys. 6.21: pf. Pass., θανάτου τετιμημένος ἑαυτῷ Din. 1.1:—Arist. Rh. 1375a1 uses the Act. in this sense.
- c the acc. of δίκη or of the offence is added, πέντε μυριάδων τιμησάμενος τὴν δίκην Plu. Cic. 8, cf. Lys. 13, D.L. 2.42; θανάτου τιμῶμαι τὰ πεπολιτευμένα ἐμαυτῷ Plu. Phoc. 34.
1. van mensen en goden eren, eer bewijzen:
2. van zaken in ere houden, hooghouden:
3. schatten, prijs bepalen, waard achten:
4. straf vaststellen, veroordelen:
1) wert achten, schätzen, ehren, ehrerbietig behandeln ; Hom.; von der Ehrerbietung der Menschen gegen die Götter, Eltern, Vornehmen oder gegen Andere, gegen welche ein Pflichtverhältnis stattfindet : οἵ κέ ἑδωτίνῃσι θεὸν ἃς τιμήσουσιν, Il. 9.155 ; Od. 5.36 ; oft auch med., οἳ δή μιν πέρι κῆρι θεὸν ἃς τιμήσαντο Od. 19.280, τὸν ξεῖνον ἐτιμήσασθʼ ἐνὶ οἴκῳ 20.129 ; u. pass., τίη δὴ νῶϊ τετιμήμεσθα μάλιστα ἕδρῃ τε κρέασίν τε ; Il. 12.310, warum sind wir durch einen Ehrenplatz usw. geehrt, σκήπτρῳ μέν τοι δῶκε τετιμῆσθαι περὶ πάντων 9.38 ; – auch von dem Benehmen der Eltern gegen die Kinder, lieb u. wert halten, Od. 14.203, 15.365, Hes. Th. 532 ; und der Götter gegen die Menschen, welche sie ehren, oder denen sie Ehre bei andern Menschen verleihen : ἔτι καὶ νῦν ἀθάνατοι τιμῶσι παλαιοτέρους ἀνθρώπους, Il. 23.788 ; Ζεύς μιν τίμα καὶ κύδαινε, 15.612, vgl. 17.99 ; Od. 3.379 ; Hes. Th. 81, Sc. 104 ; – τιμῆς τετιμῆσθαι, einer Ehre wert gehalten werden, Il. 23.649. – So auch Pind. und Tragg.: ἐξόχως τίμασεν, Ol. 9.69 ; τετίμαται φίλος, I. 3.77 ; ἐν μάχαις τιμώμενος, Ol. 2.45 ; δαιμόνων τιμᾶν γένος, Aesch. Spt. 218 ; ἀλλʼ ὃν πόλις στυγεῖ, σὺ τιμήσεις τάφῳ, 1037 ; öfter pass., χάρις τιμήσεται Διός, Ag. 567 ; ἢ τοὺς κακοὺς τιμῶντας εἰσορᾷς θεούς ; Soph. Ant. 288 ; τὸν φίλον τιμῶσιν ἐξ ἴσου πατρί ; 640 ; ὦ γῆς μέγιστα τιμώμενοι, O.R. 1223 ; ὅστις τιμᾷ μητέρα, Eur. Or. 1606 ; τί τὴν τυραννίδα τιμᾷς ὑπέρφευ ; Phoen. 550, u. öfter ; u. in Prosa überall : πᾶς τιμάτω τοὺς αὑτοῦ γεννήτορας, Plat. Legg. XI.932a ; Ggstz ἀτιμάζω, Phaed. 64d ; τιμῶν καὶ σεβόμενος, Legg. V.729c ; ὡς τιμήσων τε καὶ ὀργιάσων, Phaedr. 252d. – Durch ein Ehrengeschenk auszeichnen oder belohnen, Dem. oft ; vgl. Wolf Lept. 233 ; δώροις καὶ τιμαῖς πρεπούσαις τιμηθείς, Plat. Legg. XII.933d ; τιμᾶν καὶ κοσμεῖν, Xen. Cyr. 1.3.3. – Von Sachen, schätzen, wert halten ; H. h. 24.6 ; τίμα ὕμνου τεθμόν, Pind. Ol. 7.88 ; u. in Prosa, μαθήματα τιμῶν, Plat. Rep. IX.591c.
2) schätzen, abschätzen, den Wert bestimmen, taxieren ; ἐτιμήσαντο τὰς οἰκίας, Pol. 2.62.7 ; Dem. ὅτι αὐτῆς εἴη ἐν τῇ προικὶ τετιμημένα, in der Mitgift anstatt bares Geldes angeschlagen, 47.57 ; c. gen., wie hoch, DS. 12.28 ; πλοῖα τετιμημένα χρημάτων, Thuc. 4.26 ; auch im med., πολλοῦ τιμᾶσθαι, hoch schätzen, Her. 3.154 ; πρὸ παντὸς ἂν ἐτιμήσασθε, Thuc. 3.40, πολλοῦ τιμῶμαι τὴν παρὰ σοὶ κατάκλισιν, Plat. Symp. 174d ; οὐ πρό γε τῆς ἀληθείας τιμητέος ἀνήρ, Rep. X.595e. – Vom Census des Vermögens, τετιμῆσθαι ἕκαστον τὴν οὐσίαν χρεών, Plat. Legg. XII.955d ; ὑπὸ τὰς τετρακοσίας δραχμὰς τετιμημένοι, Pol. 6.19.2 ; μείζονος τιμᾶσθαι, höher schätzen, Xen. Cyr. 2.1.13. – Vom Richter gebraucht, der den Angeklagten einer Buße wert schätzt und diese bestimmt, eine Geldstrafe bestimmen, dazu verurteilen ; τιμάτω τὸ δικαστήριον, ὅ τι ἂν δέῃ πάσχειν ἢ ἀποτίνειν τὸν ἡττηθέντα, Plat. Legg. VIII.843b ; τὴν ἀξίαν τῆς βλάβης, IX.879b ; τινί τινος oder τινά τινος, εἰ μὴ τοσούτου βούλεσθέ μοι τιμῆσαι, Plat. Apol. 38b, vgl. 37c ; Legg. IX.880c ; pass. mit doppeltem gen, ἀργυρίου τιμηθῆναι τῆς ὕβρεως, an Geld gestraft werden wegen tätlicher Mißhandlungen, Dem. 21.47 ; τιμηθῆναι θανάτου, 24.103, vgl. 63, u. sonst ; καταψηφίσασθαι καὶ τιμᾶν αὐτῷ τῶν ἐσχάτων, Dem. 21.102 ; Sp., οὐκ ἀπέκτεινε μὲν αὐτοὺς καίπερ καὶ τούτου τινῶν αὐτοῖς τιμησάντων, DC. 44.10 ; τιμᾶν περί τινος, über Einen richterlich erkennen, Dem. 21.47 ; τὴν μακρὰν τιμᾶν τινι, Einen durch den langen Strich auf der Stimmtafel verurteilen, Ar. Vesp. 106.
Med. in Strafe antragen, τιμᾶσθαί τινι τὴν δίκην δεσμοῦ, ἀργυρίου, θανάτου, τῶν ἐσχάτων, bei der Klage auf Gefängnisstrafe, Geldstrafe, Todesstrafe gegen den Beklagten antragen, Plat. Apol. 36b, Gorg. 486b, Crit. 52c ; auch mit dem bloßen gen., τετιμημένος ἑαυτῷ θανάτου, Din. 1.1 ; ἐτιμήσατο ὁ πάππος διακοσίων ταλάντων, Lys. 19.48 ; τιμᾶσθαί τινα, gegen Einen einen Strafantrag stellen, Plat. Legg. XII.954b ; auch vom Verklagten, τούτου τιμῶμαι, ἐν πρυτανείῳ σιτήσεως, Apol. 37a ; Dem. συνεχώρουν ὅσουπερ αὐτοὶ ἐτιμῶντο, 53.18 ; ἐγὼ πάσχειν ὁτιοῦν τιμῶμαι, 8.24.
[τιμή.]
- 1
To hold in or treat with honour, regard or esteem, show or pay honour to, honour : ἄλλοι, οἵ κέ με τιμήσουσιν Il. 1.175, τιμῆς ἧς τέ μʼ ἔοικε τετιμῆσθαι Il. 23.649 (ἧς
app. genit. of price, the degree of honour in the measure of which I should be esteemed, the honour which is my due). Cf. Il. 1.454, Il. 9.38, Il. 12.310, Il. 16.460, Il. 23.788, etc. : οἵ κέν μιν θεὸν ὣς τιμήσουσιν Od. 5.36, ὣς κείνη τετίμηταί τε καὶ ἔστιν (i.e., app., τετίμηταί τε καί ἐστι[τιμήεσσα, worthy of honour]) Od. 7.69. Cf. Od. 3.379, Od. 14.203, Od. 15.365.
In mid. Il. 22.235 : Od. 19.280= Od. 23.339, Od. 20.129.
- 2
To bring into honour, exalt, glorify : τίμησόν μοι υἱόν Il. 1.505. Cf. Il. 1.559, Il. 2.4, Il. 8.372= Il. 15.77, Il. 15.612, Il. 16.271, Il. 17.99.
- 1
- 1honour ἄνδρα θνατὸν Ὀλύμπου σκοποὶ ἐτίμασαν O. 1.55 ἐν ἀέθλοις ἐν μάχαις τε πολέμου τιμώμενος O. 2.45 Ζεῦ, Κρόνιόν τε ναίων λόφον τιμῶν τʼ Ἀλφεὸν O. 5.18 τιμῶντες δʼ ἀρετὰς ἐς φανερὰν ὁδὸν ἔρχονται O. 6.72 Ἀρκαδίαν τʼ εὐάνορα τιμᾷ O. 6.80 συμποσίου τε χάριν κᾶδός τε τιμάσαις ἑόν O. 7.5 ἀλλʼ ὦ Ζεῦ πάτερ, τίμα μὲν ὕμνου τεθμὸν Ὀλυμπιονίκαν O. 7.88 υἱὸν δʼ Ἄκτορος ἐξόχως τίμασεν ἐποίκων O. 9.69 τιμάσαις πόρον Ἀλφεοῦ μετὰ δώδεκʼ ἀνάκτων θεῶν O. 10.48 Παιάν τέ σοι τιμᾷ φάος P. 4.270 θησαυρόν, ὃν περίαλλʼ ἐτίμασε Λοξίας P. 11.5 πόντου τε γέφυρʼ ἀκάμαντος ἐν ἀμφικτιόνων ταυροφόνῳ τριετηρίδι Κρεοντίδαν τίμασε N. 6.41 ἀλλʼ Ὅμηρός τοι τετίμακεν διʼ ἀνθρώπων (sc. Αἴαντα) I. 4.37 τετίματαί τε πρὸς ἀθανάτων φίλος (sc. Ἡρακλέης) I. 4.59 Λάμπων δὲ μελέταν ἔργοις ὀπάζων Ἡσιόδου μάλα τιμᾷ τοῦτʼ ἔπος I. 6.67 τίμαθεν γὰρ τὰ πάλαι τὰ νῦν τʼ ἀμφικτιόνεσσιν (Wil.: τιμαθέντας Π.) Παρθ. 2. 42.
Strong 5091
1.
(LXX).
2. to honour: c. acc pers., Mt 15:4
(LXX), Mt 15:5, 8
(LXX)Mt 19:19
(LXX), Mk 7:6, 10 10:19, Lk 18:20
(LXX), Jo 5:23 8:49 12:26, Eph 6:2
(LXX), I Ti 5:3, I Pe 2:17; πολλαῖς τιμαῖς, Ac 28:10.†
- Ito pay honour to, hold in honour, to honour, revere, reverence, Hom., Hdt., Attic:— absol. to bestow honours, Dem.:—hence, simply, to reward, Hdt., Xen.:—Pass. to be honoured, held in honour, Hdt.; c. gen. rei, τιμῆς τετιμῆσθαι to be held worthy of honour, Il.
- IIof things, to hold in honour, value, prize, Pind., Eur.:—also = προτιμάω, to prefer, Aesch.
- 2c. gen. pretii, to estimate, value or assess at a certain price, Thuc.:—so in Mid., Xen., etc.
- 3rarely, to give as an honour, Pind., Soph.
- IIIas Attic law-term:
- 1in Act., of the judge, to estimate the amount of punishment due to the criminals, award the penalty, Lat. litem aestimare, Plat.; τ. τὴν μακράν τινι to award him the long line, i. e. sentence of death, Ar.; absol., τιμᾶν βλέπω I carry penalty in my eyes, Ar.:—the sentence awarded in gen., τ. τινί θανάτου (sc. δίκην) to give sentence of death against a man, i. e. to condemn him to death, Plat., Dem.; τίνος τιμήσειν αὐτῶι προσδοκᾶις τὸ δικαστήριον; at what do you expect the court to fix his penalty? Dem.:—Pass., τιμᾶσθαι ἀργυρίου to be condemned to a fine, τινος for a thing, Lex ap. Dem., etc.
- 2Mid., of the parties before the court (cf. τίμημα 2),
- aof the accuser, τιμᾶταί μοι ὁ ἀνὴρ θανάτου (sc. τὴν δίκην) he estimates the penalty due to me at death (gen. pretii), Plat., etc.
- bof the person accused, τιμήσεσθαι τοιούτου τινὸς ἐμαυτῶι to estimate the penalty due to me at so high a rate, Plat.
- cwith acc. of the penalty or offence, πέντε μυριάδων τιμησάμενος τὴν δίκην Plut., etc.
-
…ἀνέβη Ἄνυτος καὶ Λύκων κατηγορήσοντες ἐμοῦ, κἂν ὦφλε χιλίας δραχμάς, οὐ μεταλαβὼν τὸ πέμπτον μέρος τῶν ψήφων. τιμᾶται δʼ οὖν μοι ὁ ἀνὴρ θανάτου. εἶεν · ἐγὼ δὲ δὴ τίνος ὑμῖν ἀντιτιμήσομαι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι ;…
Plato, Apology
-
…παῖδας ἐν αὐτῇ ἐποιήσω, ὡς ἀρεσκούσης σοι τῆς πόλεως. ἔτι τοίνυν ἐν αὐτῇ τῇ δίκῃ ἐξῆν σοι φυγῆς τιμήσασθαι εἰ ἐβούλου, καὶ ὅπερ νῦν ἀκούσης τῆς πόλεως ἐπιχειρεῖς, τότε ἑκούσης ποιῆσαι. σὺ δὲ τότε μὲν ἐκαλλωπίζου…
Plato, Crito
-
…εἶναι μεγίστην, κοινὰς δʼ ἀλλήλοις τὰς ἐκ τῶν κινδύνων ἐλπίδας ποιήσαντες ἐλευθέραις ταῖς ψυχαῖς ἐπολιτεύοντο, νόμῳ τοὺς ἀγαθοὺς τιμῶντες καὶ τοὺς κακοὺς κολάζοντες, ἡγησάμενοι θηρίων μὲν ἔργον εἶναι ὑπʼ ἀλλήλων βίᾳ κρατεῖσθαι, ἀνθρώποις δὲ προσήκειν νόμῳ μὲν…
Lysias, Speeches
-
…μέν, τῶν δʼ οὔ ; τί φῄς ; ταῦτα οὐχὶ καλῶς λέγεται ; καλῶς. οὐκοῦν τὰς μὲν χρηστὰς τιμᾶν, τὰς δὲ πονηρὰς μή ; ναί. χρησταὶ δὲ οὐχ αἱ τῶν φρονίμων, πονηραὶ δὲ αἱ τῶν ἀφρόνων…
Plato, Crito
-
…δὴ ἐγὼ μηδένα ἀδικεῖν πολλοῦ δέω ἐμαυτόν γε ἀδικήσειν καὶ κατʼ ἐμαυτοῦ ἐρεῖν αὐτὸς ὡς ἄξιός εἰμί του κακοῦ καὶ τιμήσεσθαι τοιούτου τινὸς ἐμαυτῷ. τί δείσας ; ἦ μὴ πάθω τοῦτο οὗ Μέλητός μοι τιμᾶται, ὅ φημι οὐκ εἰδέναι…
Plato, Apology
-
…ἄλλοις. ἔστι ταῦτα. εἶεν. ἀπειθήσας δὲ τῷ ἑνὶ καὶ ἀτιμάσας αὐτοῦ τὴν δόξαν καὶ τοὺς ἐπαίνους, τιμήσας δὲ τοὺς τῶν πολλῶν λόγους καὶ μηδὲν ἐπαϊόντων, ἆρα οὐδὲν κακὸν πείσεται ; πῶς γὰρ οὔ ; τί δʼ…
Plato, Crito
-
…καὶ ὁ μὲν τροφῆς οὐδὲν δεῖται, ἐγὼ δὲ δέομαι. εἰ οὖν δεῖ με κατὰ τὸ δίκαιον τῆς ἀξίας τιμᾶσθαι, τούτου τιμῶμαι, ἐν πρυτανείῳ σιτήσεως. ἴσως οὖν ὑμῖν καὶ ταυτὶ λέγων παραπλησίως δοκῶ λέγειν ὥσπερ περὶ τοῦ…
Plato, Apology
-
…τροφῆς οὐδὲν δεῖται, ἐγὼ δὲ δέομαι. εἰ οὖν δεῖ με κατὰ τὸ δίκαιον τῆς ἀξίας τιμᾶσθαι, τούτου τιμῶμαι, ἐν πρυτανείῳ σιτήσεως. ἴσως οὖν ὑμῖν καὶ ταυτὶ λέγων παραπλησίως δοκῶ λέγειν ὥσπερ περὶ τοῦ οἴκτου καὶ τῆς…
Plato, Apology
-
…ἐβλάβην · νῦν δὲ οὐ γὰρ ἔστιν, εἰ μὴ ἄρα ὅσον ἂν ἐγὼ δυναίμην ἐκτεῖσαι, τοσούτου βούλεσθέ μοι τιμῆσαι. ἴσως δʼ ἂν δυναίμην ἐκτεῖσαι ὑμῖν που μνᾶν ἀργυρίου · τοσούτου οὖν τιμῶμαι. Πλάτων δὲ ὅδε, ὦ…
Plato, Apology
-
…ὥστε ἅμα μὲν διὰ τὴν πρὸς ἐκείνους πίστιν ὑμᾶς κατεδουλώσατο, διὰ δὲ τὴν πρὸς ὑμᾶς τοὺς φίλους ἀπώλεσε. τιμώμενος δὲ καὶ τῶν μεγίστων ἀξιούμενος, αὐτὸς ἐπαγγειλάμενος σώσειν τὴν πόλιν αὐτὸς ἀπώλεσε, φάσκων πρᾶγμα ηὑρηκέναι μέγα καὶ πολλοῦ…
Lysias, Speeches