Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τόρτυρα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τόρμη
τορμικά
τορμίον
τόρμιον
τόρμος
τορνεία
τόρνευμα
τόρνευσις
τορνευτήριον
τορνευτής
τορνευτικός
τορνευτολυρασπιδοπηγός
τορνευτός
τορνεύω
τορνία
τόρνιος
τορνίσκος
τορνογραφέω
τορνοειδής
τορνόομαι
τόρνος
τορνόω
τορνωτός
τορογλυφεύς
τορονευτός
τορόνος
τορός
τόρος
τοροτίγξ
τοροτίξ
τόρτυρα
τορτυρόμενον
Τορύλαος
τορυνάω
τορυνευτός
τορυνέω
τορύνη
Τορύνη
τορυνητός
τορύνω
Τορωναῖος
Τορώνη
τορῶς
τός
τοσαετής
τοσάκις
τοσαπλάσιος
τοσαπλασίων
τοσάριθμος
τοσάτιος
τοσαυτάκις
τοσαυταπλασιόνως
τοσαυταπλάσιος
τοσαυταπλασίων
τοσαυταχῶς
τοσήμερον
τοσῆνος
τόσνυν
τόσος
τοσόσδε
τοσοσδί
…
τόρτυρα
Save
LSJ
τόρτυρα·
τῶν κεραμίων προμήκης πυθμήν,
Hsch.
(perh. f.l. for γόργυρα).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}