τράγεος
τράγ-εος, α, ον,
- = τράγειος, δειπνήσας τ. πόδα AP 11.325 (Autom.).
- II τρᾰγέα (sc δορά), ἡ, a goatʼs skin, Thphr. Od. 62 (60), Plu. Aet.Gr. 2.294f; also τρᾰγῆ, Poll. 4.118, Eust. 276.10.
τράγεος, α, ον [ᾰ] de bouc, Anth. 11, 325 ; ἡ τραγέα (s. e. δορά) Th. Od. 60 ; Plut. M. 294f ; p. contr. ἡ τραγῆ, Poll. 4, 118, peau de bouc.
Étym. τράγος.
τράγεος, = τράγειος, davon ἡ τραγῆ, sc. δορά, Bockshaut, Bocksfell, Plut.; vgl. Lobeck Phryn. 78.
τράγεος, α, ον
= τράγειος, Anth.