τράγινος
τράγινος, of a he-goat
τράγ-ῐνος [ᾰ], ον,
- = τράγειος, of a he-goat, κόραι AP 9.558 (Eryc.).
τράγινος, η, ον [ᾰῐ] de bouc, Anth. 9, 558.
Étym. τράγος.
τράγινος, vom Bocke, Eryc. 7 (IX.558).
τράγινος
τράγῐνος, η, ον
like τράγειος
- of a he-goat, Anth.