τραγόκερως
τρᾰγό-κερως, ων,
- = τράγος V.2, τράγιον I, Ps.-Dsc. 4.49.
τραγό·κερως, ως, ων, gén. ω [ᾰ] à cornes de bouc ; subst. ὁ τρ. Diosc. 4, 50, autre n. de la plante τράγιον.
Étym. τρ. κέρας.
τραγόκερως, ω, mit Bockshörnern (?); – Pflanze, = τράγιον, Diosc.