τραγίαμβος
τραγίαμβος, tragic iambus
τρᾰγ-ίαμβος [ῐ], ὁ,
- tragic iambus. Suid. s.v. Ἀπολλόδωρος.
τραγ·ίαμβος, ου (ὁ) [ᾰγ] ïambe tragique, Suid. vo Ἀπολλόδωρος.
Étym. τρ. ἴαμβος.
τραγίαμβος, ὁ, der tragische Jambus, Suid.