τραγηματοπώλης
τραγηματοπώλης, seller of τραγήματα, dried fruits or sweetmeats
τραγ-ημᾰτοπώλης, ου, ὁ,
- seller of τραγήματα, Hsch. s.v. κεγχρανοπώλης.
τραγηματοπώλης, seller of τραγήματα, dried fruits or sweetmeats