Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Τραγίσκος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τραγασαῖος
τραγάω
τραγεία
τραγεῖν
τραγεῖον
τράγειος
τραγέλαφος
τράγεος
τράγη
τραγῆ
τράγημα
τραγηματίζω
τραγημάτιον
τραγηματισμός
τραγηματοπώλης
τραγηματοπώλιον
τραγηματώδης
τραγηφόρος
Τραγία
τραγίαμβος
τραγίδιον
τραγίζω
τραγικεύομαι
τραγικός
τραγικώδης
τραγικῶς
τράγινος
τράγιον
Τράγιος
τραγίσκος
Τραγίσκος
τραγιστάς
τραγοβάμων
τραγοειδής
τραγόκερως
τραγοκουρικός
τραγόκτονος
τραγοκτόνος
τραγόλας
τραγομάσχαλος
τραγόπαν
Τραγόπαν
τραγόπους
τραγοπρόσωπος
τραγοπτισάνη
τραγοπώγων
τραγοριγανίτης οἶνος
τραγορίγανον
τραγορίγανος
τράγος
Τράγος
τραγοσκελής
Τραγούριον
τραγοφαγέω
τράγω
τραγῳδάριον
τραγῳδεύς
τραγῳδέω
τραγῴδημα
τραγῳδητής
τραγῳδητός
…
Τραγίσκος
Save
Bailly 2024
Τραγίσκος,
ου
(
ὁ
) Tragiskos,
h.
Plut.
Arat.
29
.
Étym.
v. le préc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}