Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τραγημάτιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τοὖψον
τοφιών
τόφος
τόφρα
Τόχαροι
τραβέα
τράγαινα
τράγαις
τραγάκανθα
τραγάκανθος
τραγαλέον
τραγαλίζω
τραγάλιον
τραγαλισμός
τράγανον
τραγανός
τράγανος
Τραγασαῖος
τραγασαῖος
τραγάω
τραγεία
τραγεῖν
τραγεῖον
τράγειος
τραγέλαφος
τράγεος
τράγη
τραγῆ
τράγημα
τραγηματίζω
τραγημάτιον
τραγηματισμός
τραγηματοπώλης
τραγηματοπώλιον
τραγηματώδης
τραγηφόρος
Τραγία
τραγίαμβος
τραγίδιον
τραγίζω
τραγικεύομαι
τραγικός
τραγικώδης
τραγικῶς
τράγινος
τράγιον
Τράγιος
τραγίσκος
Τραγίσκος
τραγιστάς
τραγοβάμων
τραγοειδής
τραγόκερως
τραγοκουρικός
τραγόκτονος
τραγοκτόνος
τραγόλας
τραγομάσχαλος
τραγόπαν
Τραγόπαν
τραγόπους
…
τραγημάτιον
Save
LSJ
τραγ-ημάτιον [
μᾰ
], τό, Dim. of
τράγημα,
PMich.Teb.
123vv21 (i A. D., pl.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}