τραχύς
τραχύς, τραχύς, rugged, rough
- jagged, λίθος Il. 5.308; χαλινοί, opp. λεῖοι, X. Eq. 9.9, cf. 10.6; τ. καὶ γωνιοειδής Thphr. Sens. 65; prickly, ἄκανθαι, ἄκανθα, Plu. Aud.poet. 2.32e, Coniug. 138d (both Sup.); rugged, ἀκτή, ἀταρπός, Od. 5.425, 14.1; as epith. of Ithaca, 9.27, 10.417; so γῆ λιθώδης καὶ τρηχέα Hdt. 4.23; Χερσονήσου τῆς Τρηχέης καλεομένης, of the Crimea, ib. 99; and freq. in Trag. and Att. of rocky districts, A. Pr. 726, E. Fr. 1083; τὰ τραχέα, τὰ τραχύτατα, X. Cyn. 4.10, Plu. Flam. 4; τ. καὶ χαλεπὴ ὁδός Pl. R. 328e; also, rough, γλῶσσα Hp. Morb. 2.63; ἔρια GDI l.c., PCair.Zen. 287.2 (iii B. C.); σφόγγοι ib. 12.56 (iii B. C.); χῆμαι ib. 82.12 (iii B. C.); σινδόνες (towels, opp. μαλακαί) Gal. 6.418; χερσὶ μὴ πάνυ μαλακαῖς, ὥσπερ αὖ μηδὲ τραχείαις, ἀνατρίβειν τὸ σῶμα ib. 417; τὰ τ. κατὰ τὰς ἀνωμαλίας ἀλλήλοις ἐμπλεκόμενα ἑνοῦται, τὰ δὲ λεῖα κτλ. Diocl. Fr. 26; βλέφαρα Sor. 2.16, PTeb. 273 intr. (ii/iii A. D.); shaggy, τὰ κάτωθεν τ. καὶ τραγοειδής, of Pan, Pl. Cra. 408d, cf. 420e; λάσιον καὶ τ. [τὸ κέαρ] . . ἔχοντες Id. Tht. 194e; τ. σώματα, opp. λεῖα, X. Mem. 3.10.1; of the voice, harsh, Pl. Ti. 67c, etc.; esp. of the voice of boys, when it breaks, μεταβάλλειν ἐπὶ τὸ -ύτερον Arist. HA 581a18; τὸ τ. τῆς φωνῆς Plu. Mar. 14; and of a person, τῇ φωνῇ τ. X. An. 2.6.9; also τραχυτάτη γλῶσσα (cf. τραχύστομος) Str. 14.2.28; of sounds and their combinations, harsh, opp. λεῖος, σύνθεσις, διάλεκτος, Phld. Po.Herc. 994.32,36:—on τραχεῖα ἀρτηρία, v. ἀρτηρία.
- 2 of battle and conflict, ὑσμίνη Hes. Sc. 119; νιφὰς πολέμοιο Pi. I. 4(3).17(35), cf. Simon. 89; φάλαγγες Tyrt. 12.22.
- 3 of natural forces, ῥόθιον A. Pr. 1048 (anap.); -ύτερα τὰ νοσήματα ἀπεργάζεσθαι Pl. Ti. 84c; of a river, Plu. Alex. 60, etc.; ἄελλαι A.R. 1.1078.
- 4 of persons, their acts, feelings, or conditions, rough, harsh, savage, τ. ἔφεδρος Pi. N. 4.96; οὐ τ. εἰμι καταθέμεν I am not niggardly in paying, ib. 7.76; Ἡσυχία Id. P. 8.10; ἅπας δὲ τ. ὅστις ἂν νέον κρατῇ A. Pr. 35, cf. 188 (anap.), 326; δικαστὴς τ. εἶ Id. Ag. 1421; τ. γε . . δῆμος Id. Th. 1049; τ. καὶ τεθηγμένους λόγους Id. Pr. 313; τ. ὀργή E. Med. 447; λεῖον καὶ τ. πάθημα Pl. Ti. 63e; νόμοι τραχύτατοι Id. Lg. 864c; τὸ τ. τοῦ ἤθους, τοῦ νόμου, Id. Cra. 406a, R. 452c; -ύτερα πράγματα Isoc. 7.18; εὐνομίη τραχέα λειαίνει smooths the rough places, Sol. 4.35.
- II Adv. τρᾱχέως, Ion. τρηχέως, rare in the literal sense, roughly, τ. ὑλακτεῖν Plu. Arat. 8; neut. as Adv., τρηχὺ φωνῇ ἠπείλει Theoc. 25.74; θάλασσα τραχὺ βοᾷ AP 5.179 (Mel.).
- 2 of menʼs acts, τρηχέως περιέπειν τινά handle roughly, Hdt. 1.73, 114; τραχέως ἔχειν to be rough, harshly disposed, Isoc. 3.33; τινι D. 19.45; -ύτερον ἄρχειν Isoc. 3.55; τ. ἀποκρίνεσθαι Plu. Phoc. 21, etc.; τ. φέρειν take hardly, Id. Lys. 15; rarely τραχυτέρως, Pl. Clit. 406a; περιέφθησαν τρηχύτατα Hdt. 6.15. (Prob. cogn. with θράσσω, cf. ἐνθράσσω.)
1. ruw, ruig:
2. ruig, behaard:
3. overdr. van pers. en activiteiten hard, hardhandig, onbuigzaam, streng:
Uebtr., hart, heftig, zornig, wild ; ὑσμίνη, Hes. Sc. 119 ; τραχεῖα νιφὰς πολέμοιο, Pind. I. 3.35, wie τραχεῖαν ἐγχέων ἀκμάν, P. 1.10 ; ἔφεδρος, N. 4.96, streng ; ἅπας δὲ τραχύς, ὅστις ἂν νέον κρατῇ, Aesch. Prom. 35 ; εἰ δʼ ὧδε τραχεῖς καὶ τεθηγμένους λόγους ῥίψεις, 311 ; δικαστής, Ag. 1395 ; τραχεῖαν ὀργήν, Eur. Med. 447 ; τὸ τραχὺ τοῦ ἤθους, im Ggstz von ἥμερον καὶ λεῖον, Plat. Crat. 406a ; ἔρως, Opp. Cyn. 2.187.
• Adv. τραχέως , wie auch das neutr. τραχύ gebraucht wird ; τρηχέως περιέπεσθαι, hart behandelt werden, Her. 5.1, 81, 7.211, 8.18 ; περισπεῖν, 2.64 ; τρηχύτατα περιεφθῆναι, 8.27 ; τραχέως ἔχειν, Isocr. 3.33 ; wie Dem. 19.45, τραχέως δʼ ὑμῶν ἐπὶ τῷ μηδὲ προσδοκᾶν σχόντων.
- 1rough
- a of things λίθῳ τραχεῖ O. 8.55 τραχεῖαν ἄνευθε λιπὼν ἐγχέων ἀκμάν P. 1.10 νωμῳν τραχὺ ῥόπαλον fr. 111. 3. met., harsh, bitter, “τραχεῖαν ἑρπόντων πρὸς ἔπιβδαν” P. 4.140 τραχεῖα νιφὰς πολέμοιο τεσσάρων ἀνδρῶν ἐρήμωσεν μάκαιραν ἑστίαν I. 4.17 μὴ πταίσῃς ἐμὰν σύνθεσιν τραχεῖ ποτὶ ψεύδει (“nempe ut saxo,” Boeckh) fr. 205. 3.
- b of peis., stubborn τὺ δὲ (sc. Ἡσυχία) — τραχεῖα δυσμενέων ὑπαντιάξαισα κράτει pr. P. 8.10 cf. εἰ δέ τις ἀρκέων φίλοις ἐχθροῖσι τραχὺς ὑπαντιάζει Pae. 2.32 μαλακὰ μὲν φρονέων ἐσλοῖς, τραχὺς δὲ παλιγκότοις ἔφεδρος N. 4.96 νικῶντί γε χάριν οὐ τραχύς εἰμι καταθέμεν i. e. I am ready N. 7.76
- Irugged, rough, Lat. asper, Hom., etc.; as epith. of Ithaca, Od.; cf. Τραχίς:—also, rough, shaggy, Xen.:—of a bit, rough, sharp, Xen.: of the voice of boys, when it breaks, Plut.
- 2rough, harsh, savage, Pind., Aesch., etc.
- IIadv. τρᾱχέως, Ionic τρηχέως, roughly, Hdt.; τραχέως ἔχειν to be rough, Isocr.; τρ. φέρειν, Lat. aegre ferre, Plut.
-
…χρῆναι παρʼ αὐτῶν πυνθάνεσθαι, ὥσπερ τινὰ ὁδὸν προεληλυθότων ἣν καὶ ἡμᾶς ἴσως δεήσει πορεύεσθαι, ποία τίς ἐστιν, τραχεῖα καὶ χαλεπή, ἢ ῥᾳδία καὶ εὔπορος. καὶ δὴ καὶ σοῦ ἡδέως ἂν πυθοίμην ὅτι σοι φαίνεται τοῦτο ,…
Plato, Republic
-
…ὀδώδυσται κλυτὸς ἐννοσίγαιος. ἧος ὁ ταῦθʼ ὥρμαινε κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμόν, τόφρα δέ μιν μέγα κῦμα φέρε τρηχεῖαν ἐπʼ ἀκτήν. ἔνθα κʼ ἀπὸ ῥινοὺς δρύφθη, σὺν δʼ ὀστέʼ ἀράχθη, εἰ μὴ ἐπὶ φρεσὶ θῆκε θεά…
Homer, Odyssey
-
…, οὐ κάμπτων γόνυ · πολλοὺς δʼ ὀδυρμοὺς καὶ γόους ἀνωφελεῖς φθέγξῃ · Διὸς γὰρ δυσπαραίτητοι φρένες. ἅπας δὲ τραχὺς ὅστις ἂν νέον κρατῇ. εἶεν, τί μέλλεις καὶ κατοικτίζῃ μάτην ; τί τὸν θεοῖς ἔχθιστον οὐ στυγεῖς θεόν…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…δῖα γυναικῶν Ἄλκηστις Πελίαο θυγατρῶν εἶδος ἀρίστη. οἳ δʼ ἄρα Μηθώνην καὶ Θαυμακίην ἐνέμοντο καὶ Μελίβοιαν ἔχον καὶ Ὀλιζῶνα τρηχεῖαν, τῶν δὲ Φιλοκτήτης ἦρχεν τόξων ἐῢ εἰδὼς ἑπτὰ νεῶν · ἐρέται δʼ ἐν ἑκάστῃ πεντήκοντα ἐμβέβασαν τόξων εὖ εἰδότες…
Homer, Iliad
-
…ἕποντο. αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς ἦγε Κεφαλλῆνας μεγαθύμους, οἵ ῥʼ Ἰθάκην εἶχον καὶ Νήριτον εἰνοσίφυλλον καὶ Κροκύλειʼ ἐνέμοντο καὶ Αἰγίλιπα τρηχεῖαν, οἵ τε Ζάκυνθον ἔχον ἠδʼ οἳ Σάμον ἀμφενέμοντο, οἵ τʼ ἤπειρον ἔχον ἠδʼ ἀντιπέραιʼ ἐνέμοντο · τῶν μὲν…
Homer, Iliad
-
…δʼ ἐρεθιζέσθω βροντῇ σφακέλῳ τʼ ἀγρίων ἀνέμων · χθόνα δʼ ἐκ πυθμένων αὐταῖς ῥίζαις πνεῦμα κραδαίνοι, κῦμα δὲ πόντου τραχεῖ ῥοθίῳ συγχώσειεν τῶν οὐρανίων ἄστρων διόδους · εἴς τε κελαινὸν Τάρταρον ἄρδην ῥίψειε δέμας τοὐμὸν ἀνάγκης στερραῖς δίναις · πάντως…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…πόνων χρή σε τέρμα κέλ σαντʼ ἐσιδεῖν · ἀκίχητα γὰρ ἤθεα καὶ κέαρ ἀπαράμυθον ἔχει Κρόνου παῖς. οἶδʼ ὅτι τραχὺς καὶ παρʼ ἑαυτῷ τὸ δίκαιον ἔχων Ζεύς. ἀλλʼ ἔμπας ὀίω μαλακογνώμων ἔσται ποθʼ, ὅταν ταύτῃ ῥαισθῇ · τὴν…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…γεγαῶτα διὰ προθύροιο περῆσαι βουσὶ μετʼ ἀγραύλοισι · τὸ δʼ ἀπρεπέως ἀγορεύεις. χθὲς γενόμην, ἁπαλοὶ δὲ πόδες, τρηχεῖα δʼ ὕπο χθών. εἰ δὲ θέλεις, πατρὸς κεφαλὴν μέγαν ὅρκον ὀμοῦμαι · μὴ μὲν ἐγὼ μήτʼ αὐτὸς ὑπίσχομαι…
NA, Homeric Hymns
-
…, πρὸς τοῖς παροῦσι δʼ ἄλλα προσλαβεῖν θέλεις. οὔκουν ἔμοιγε χρώμενος διδασκάλῳ πρὸς κέντρα κῶλον ἐκτενεῖς, ὁρῶν ὅτι τραχὺς μόναρχος οὐδʼ ὑπεύθυνος κρατεῖ. καὶ νῦν ἐγὼ μὲν εἶμι καὶ πειράσομαι ἐὰν δύνωμαι τῶνδέ σʼ ἐκλῦσαι πόνων. σὺ…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…· τῇ μιν Ἄρης οὔτησε μιαιφόνος ἔγχεϊ μακρῷ. ἣ δʼ ἀναχασσαμένη λίθον εἵλετο χειρὶ παχείῃ κείμενον ἐν πεδίῳ μέλανα τρηχύν τε μέγαν τε, τόν ῥʼ ἄνδρες πρότεροι θέσαν ἔμμεναι οὖρον ἀρούρης · τῷ βάλε θοῦρον Ἄρηα κατʼ αὐχένα ,…
Homer, Iliad