τροπαϊκιαῖος
τροπαϊκιαῖος, amounting to
τροπᾱϊκιαῖος, α, ον,
- amounting to 1 τροπαϊκόν per 100 denarii per month, τόκος IGRom. 4.1342 [TAM V,2 1345] (Magn. Sip., ii A. D.).