τροπαιοφορέω Save τροπαιοφορέω, triumph LSJ Bailly 2024 τροπαιοφορ-έω, triumph, Ph. 2.34. τροπαιοφορέω-ῶ, remporter des trophées, triompher, Phil. 2, 34. Étym. τροπαιοφόρος.