τροχάς
τροχάς, gallicula
τροχάς, άδος, ἡ, in pl.,
- = σανδάλια ἀπὸ αἰγείου δέρματος, Hsch., cf. Edict.Diocl. in IG 2(2).1120: sg., = gallicula, Gloss.
τροχάς, ἡ, = ἐνδρομίς, gleichsam ein Rennschuh, Hesych., der σανδάλια ἀπὸ αἰγείου δέρματος erklärt.