τροχαϊσμός
τροχαϊσμός, trochaic metre
τροχαϊσμός, ὁ,
- trochaic metre, Eust. 1647.26.
τροχαϊσμός, οῦ [ᾱ] mètre trochaïque, Eust. Od. 1647, 26.
Étym. *τροχαΐζω de τροχαῖος.
τροχαϊσμός, trochaic metre