Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τρῶα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τρυφηλός
τρυφηλῶς
τρύφημα
τρυφήρης
τρυφητής
τρυφητίας
τρυφητιάω
τρυφητικός
Τρυφιόδωρος
τρυφοκαλάσιρις
τρύφος
τρύφω
τρυφώματα
Τρύφων
Τρυφῶσα
τρυχαλέος
Τρύχας
Τρύχατα
τρυχηλός
τρυχηρός
τρύχινος
τρυχίον
τρύχνον
τρύχνος
τρυχνόω
τρῦχος
τρυχόω
τρύχω
τρύχωσις
τρύω
τρῶα
Τρῳαδεύς
Τρωαί
Τρῳαί
Τρωαῖδες
Τρῴανδε
Τρῳάς
τρωγάλια
τρωγάλιον
τρωγάλιος
τρώγανα
Τρωγίλιος
Τρώγιλος
τρώγλη
τρωγλήτης
τρωγλίτης
τρωγλῖτις
τρωγλοδύνω
τρωγλοδύνων
τρωγλοδυτέω
τρωγλοδύτης
Τρωγλοδύτης
τρωγλοδυτικός
Τρωγλοδυτικός
τρωγλοδυτικῶς
τρωγλοδύτις
Τρωγλοδύτις
τρωγλόδυτος
τρωγλοδύω
τρωγλοδύων
τρωγλοειδής
…
τρῶα
Save
LSJ
τρῶα·
ἁρπεδόνη,
Hsch.
; cf.
τροια.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}