Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τορμίον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τοποτηρητής
τοπρίν
τόπριν
τοπρόσθεν
τοπρότερον
τοπρῶτον
τοράλλιον
τόρβηλος
τόργος
τορδύλιον
τόρδυλον
τορεία
τορεῖον
τορέλλη
τόρευμα
τορεύς
τόρευσις
τορευτής
τορευτικός
τορευτός
τορεύω
τορέω
Τορήβιον
Τόρηβος
Τορηδόραξ
τορητός
Τορκουᾶτος
τόρμα
τόρμη
τορμικά
τορμίον
τόρμιον
τόρμος
τορνεία
τόρνευμα
τόρνευσις
τορνευτήριον
τορνευτής
τορνευτικός
τορνευτολυρασπιδοπηγός
τορνευτός
τορνεύω
τορνία
τόρνιος
τορνίσκος
τορνογραφέω
τορνοειδής
τορνόομαι
τόρνος
τορνόω
τορνωτός
τορογλυφεύς
τορονευτός
τορόνος
τορός
τόρος
τοροτίγξ
τοροτίξ
τόρτυρα
τορτυρόμενον
Τορύλαος
…
τορμίον
Save
LSJ
τορμίον,
v. τόρμος II.2.
τορμίς·
ἡ δέσποινα,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}