τόρνευσις Save LSJ Bailly 2024 τόρν-ευσις, εως, ἡ, = τορεία I, Sch.D Il. 18.590 (fort. τόρευσις). τόρνευσις, εως (ἡ) action de travailler au tour, travail du tourneur, Clém. 217. Étym. τορνεύω.