About
Menu

τορνευτής

τορνευτής, turner

τορν-ευτής, οῦ, ὁ,
  • turner, IG 1(2).374.355, Aristox. Harm. p.33 M., Sammelb. 3950, 5480, v.l. for τορευτής in M.Ant. 5.1; τορνευταί· γλύπται, Hsch.

Saved

Recent