Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τύμβευσις
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τυλίον
τύλιον
τυλίσσω
τυλίττω
Τύλιφος
Τυλλία
Τύλλιος
τύλλος
Τύλλος
τυλοειδής
τυλόεις
τυλοπλόκος
τυλοπροσκεφάλαιον
τύλος
Τύλος
τυλοτάπης
τυλοφάντης
τυλόω
τυλυφάντης
τυλώδης
τύλωμα
τύλων
τύλωσις
τυλωτός
τυμβάς
τυμβαύλης
τυμβεία
τύμβειος
τυμβεῖος
τύμβευμα
τύμβευσις
τυμβεύω
τυμβήρης
τυμβιάς
τυμβίδιος
τυμβίον
τύμβιος
τυμβίτης
τυμβῖτις
τυμβογέρων
τυμβολέτης
τυμβολέτις
τυμβονόμος
τυμβοποιός
τυμβορύχος
τύμβος
τυμβοσύνη
τυμβοῦχος
τυμβοφάντης
τυμβοφόνος
τυμβοφόντης
τυμβοχοεύω
τυμβοχοέω
τυμβοχόη
τυμβοχοή
τυμβοχόος
τυμβόχοος
τυμβόχωστος
τυμβόω
τυμβωρυχέω
τυμβωρυχία
…
τύμβευσις
Save
Pape
τύμβευσις
, ἡ,
das Begraben, Bestatten
(?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}