Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τυμβολέτις
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τυλοπλόκος
τυλοπροσκεφάλαιον
τύλος
Τύλος
τυλοτάπης
τυλοφάντης
τυλόω
τυλυφάντης
τυλώδης
τύλωμα
τύλων
τύλωσις
τυλωτός
τυμβάς
τυμβαύλης
τυμβεία
τύμβειος
τυμβεῖος
τύμβευμα
τύμβευσις
τυμβεύω
τυμβήρης
τυμβιάς
τυμβίδιος
τυμβίον
τύμβιος
τυμβίτης
τυμβῖτις
τυμβογέρων
τυμβολέτης
τυμβολέτις
τυμβονόμος
τυμβοποιός
τυμβορύχος
τύμβος
τυμβοσύνη
τυμβοῦχος
τυμβοφάντης
τυμβοφόνος
τυμβοφόντης
τυμβοχοεύω
τυμβοχοέω
τυμβοχόη
τυμβοχοή
τυμβοχόος
τυμβόχοος
τυμβόχωστος
τυμβόω
τυμβωρυχέω
τυμβωρυχία
τυμβωρύχος
τυμβωρύχως
τύμμα
τυμμή
Τύμνης
τυμνία
τῦμος
τυμπανάριος
τυμπανεύς
τυμπανίας
τυμπανίζω
…
τυμβολέτις
Save
Bailly 2024
τυμβ·ολέτις,
ιδος
(
ἡ
)
fém. du préc.
Anth.
8, 184
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}