τυμβολέτης
τυμβ·ολέτης, ου (ὁ) qui viole ou dépouille les tombeaux, Anth. 8, 172, 184, 198, etc.
Étym. τ. ὄλλυμι.
τυμβολέτης, ὁ, fem. τυμβολέτις, = τυμβωρύχος, Greg.Naz. ep. (VIII.172, 184) u. öfter.
τυμβολέτης
τυμβ-ολέτης, ου, ὁ,
= τυμβώρυχος, Anth.