φοβέω
φοβέω, φοβέομαι, φοβήσομαι, ΧΧΧ, ΧΧΧ, πεφόβημαι, ἐφοβήθην, fear, be afraid
- A Act., in Hom. (never in Od.) always in the sense put to flight, [ἴρηξ] ἐφόβησε κολοιούς Il. 16.583; [Ζεὺς] καὶ ἄλκιμον ἄνδρα φοβεῖ ib. 689; Τρώων οὓς ἐφόβησας 22.11; φοβῆσαίτε στίχας ἀνδρῶν 17.505; σὸς δόλος . . ἐφόβησε δὲ λαούς 15.15; σέ γέ φημι . . δουρὶ φοβῆσαι 20.187; once in Hes., φοβέεσκον ἐπὶ χθονὶ φῦλʼ ἀνθρώπων l.c.
- II terrify, alarm, Hdt. 7.235, etc.; μὴ φίλους φόβει A. Th. 262; ᾧ μή ʼστι δρῶντι τάρβος οὐδʼ ἔπος φοβεῖ S. OT 296, cf. 1013, E. Hipp. 572 (lyr.); ἡ δύναμις τῶν νέων φοβοῦσά τινας Antipho 4.3.2; αἱ κάμηλοι ἐφόβουν τους ἵππους X. Cyr. 7.1.48; ρὸν Ἀλκιβιάδην ἐφόβουν, μὴ . . ἐπαγάγωνται Th. 5.45; c. dat.modi, λόγοις A. Pers. 215 (troch.); μεγαληγορίαισι φρένας E. Heracl. 357 (lyr.); τῷ μὲν Τισσαφέρνει τοὺς Ἀθηναίους φ., ἐκείνοις δὲ τὸν Τισσαφέρνην to frighten the Athenians with T., and T. with the Athenians, Th. 8.82; c. part., λέγοντες φ. τινάς by saying, X. Eq.Mag. 1.8; λέγοντες ὡς ἥξει βασιλεύς D. 14.25: abs., πόνος ὁ μὴ φοβῶν κράτιστος S. Ph. 864 (lyr.), φοβήσαντες κατεστήσαντο τὴν πολιτείαν by terror, Pl. R. 551b.
- 2 c. acc. rei, threaten with, φ. λιμόν D.H. 6.51.
- B Pass. and Med., in Hom. always in the sense to be put to flight (cf. Sch.A Il. 5.223, al.), once in Od., κύνες . . διὰ σταθμοῖο φόβηθεν 16.163; freq. in Il., ὑπέμειναν ἀολλέες οὐδὲ φόβηθεν 5.498; τοὶ δʼ ἐφόβηθεν . . θεσπεσίῳ ὁμάδῳ 16.294; κὰμ μέσσον πεδίον φοβέοντο βόες ὣς ἅς τε λέων ἐφόβησε 11.172; also part., μὴ καὶ πεφοβημένος ἔλθης 10.510, cf. 15.4, 21.606; φοβηθεὶς δύσεθʼ ἁλὸς κατὰ κῦμα in flight, 6.135; βῆ δὲ φοβηθείς 22.137: ὑπό τινος φοβέεσθαι to flee before him, 8.149; ὑπό τινι 15.637; c. acc., οὔ σʼ ἔτι . . φοβήσομαι ὡς τὸ πάρος περ 22.250.
- II to be seized with fear, be affrighted, Hdt. 9.70, E. Tr. 1166, etc.—Constr.,
- 1 abs., πεφόβημαι πτηνῆς ὡς ὄμμα πελείας S. Aj. 139 (anap.); φοβηθέντες ᾤχοντο φεύγοντες flying in terror, Aeschin. 1.43; ἃ μὴ οἶδα . . οὐδέποτε φοβήσομαι οὐδὲ φεύξομαι, Pl. Ap. 29b, etc.: c. dat. instrum., μάστιγι φ. E. Rh. 37 (anap.): c. acc. cogn., φ. αἰσχροὺς φόβους Pl. Prt. 360b; ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν Ev.Marc. 4.41; τὸν φόβον αὐτῶν μὴ φοβηθῆτε 1 Ep.Pet. 3.14.
- 2 folld. by Preps., φ. ἀπό τινος to be afraid of one (prob. a Hebraism), LXX Le. 26.2, Je. 1.8, Ev.Matt. 10.28, Ev.Luc. 12.4; ἔκ τινος from some cause, S. Tr. 671; εἴς τι to be alarmed at a thing, Id. OT 980; πρός τι Id. Tr. 1211, Luc. Prom.Es 4, Lib. Or. 50.18; ἐπί τινι fear for . . Luc. DMar. 14.4; but φ. ἀμφὶ γυναικί fear about . ., Hdt. 6.62; περὶ ἡμῶν X. Cyr. 5.2.35, etc.; περί τινι Pl. Euthd. 275b (περὶ σφίσιν αὐτοῖς τὸ κατάδηλον Th. 4.123); περὶ χωρίῳ Id. 2.90; ὑπὲρ τῶν μελλόντων And. 4.36; περί τι Pl. Cra. 404e; πρὸς ἀνδρὸς ἢ τέκνων S. Tr. 150.
- 3 folld. by a relat. clause, φοβεῖσθαι μὴ . . fear lest a thing will be . ., E. Or. 770 (troch.), Ar. Pax 606 (troch.), Th. 1.95, etc.; φ. ὅπως μὴ . . Id. 6.13, X. Mem. 2.9.3; φ. μὴ οὐ . . Id. Oec. 16.6; freq. c. acc. folld. by μή, ταῦτʼ οὖν φοβοῦμαι, μὴ . . S. Tr. 550, cf. X. An. 7.1.2; φ. τοὺς οὐσίαν κεκτημένους, μὴ . . Pl. Phdr. 232c, cf. Th. 1.88, etc.; φ. ὑπέρ τινος, μὴ . . Pl. R. 387c; c. inf. folld. by μή, φοβοίμην ἂν τῷ ἡγεμόνι ἕπεσθαι, μὴ ἀγάγῃ κτλ. X. An. 1.3.17, cf. Pl. Tht. 143e, Grg. 457e: also φ. ὅτι . ., = φ. μὴ . ., in a more positive sense, X. Cyr. 3.1.1, D.C. 52.26; φ. τόδε, ὅτι . . Th. 7.67 (but φ. τὸ κάεσθαι, ὅτι ἀλγεινόν because . ., Pl. Grg. 479a): διὰ τοῦτο φ. τινας, ὅτι . . Isoc. 6.60; less freq. φ. ὡς . . X. Cyr. 5.2.12; φ. πῶς χρὴ . . ib. 4.5.19; φ. εἰ δεήσει . . ib. 6.1.17.
- 4 c. inf. with Art., φ. τὸ ἀποθνῄσκειν Pl. Grg. 522e, etc.: more freq. c. inf. alone, fear to do, be afraid of doing, A. Ch. 46 (lyr.), S. Aj. 253 (lyr.), E. Ion 628, etc.: c. inf. fut., Th. 5.105.
- 5 c. acc. pers., stand in awe of, dread, δαίμονας τοὺς ἐνθάδε A. Supp. 893; στρατὸν Ἀχαιῶν S. Ph. 1250; τοὺς ἄνω θεούς Pl. Lg. 927b, cf. Isoc. 1.16, etc.; τὰς κύνας X. Cyn. 5.16, etc.
- 6 c. acc. rei, fear or fear about a thing, βρόμον A. Th. 476; τὸ προσέρπον S. Aj. 227 (lyr.); μέμψιν E. Alc. 1057; τὸ τοιοῦτον σῶμα Pl. Phdr. 239d; δουλείαν καὶ δεσμόν X. Cyr. 3.1.24.
- 7 c. gen., πεφοβημένος νυκτός, θαλάσσης, Arat. 290, 766.
- 8 c. part., προδιδοὺς φοβηθείς Lycurg. 17.
1. act. op de vlucht drijven:
2. med.-pass.
a. ep. op de vlucht slaan:
b. alg. bang zijn, vrezen;
c. schromen,
[φόβος.]
Pres. pple. pass. φοβεύμενος Il. 8.149.
Fut. φοβήσομαι Il. 22.250.
3 pl. plupf. πε-φοβήατο Il. 21.206.
- 1
To put to flight, cause to flee, drive or scatter in flight : ἐφόβησε λαούς Il. 15.15, φόβησέ σε Κρόνου πάϊς
(has chased you in terror from his presence) 91. Cf. Il. 11.173, 406, Il. 13.300, Il. 15.230, Il. 16.583, Il. 21.267 (were seeking to put him to flight, were attacking him), etc. - 2
In pass., to take to flight, flee : ὑπέμειναν οὐδὲ φόβηθεν Il. 5.498, ἀτυζόμενοι φοβέοντο Il. 6.41. Cf. Il. 5.140, Il. 6.135, Il. 10.510 (in flight), Il. 11.172, Il. 12.46 (is moved to flight), Il. 15.4 (in disorder), Il. 16.290, Il. 21.206 (were fleeing), Il. 22.137, etc. : Od. 16.163.
To seek to escape, flee from : οὔ σʼ ἔτι φοβήσομαι Il. 22.250.
- 1
Strong 5399 (KJV)
1. in Hom., to put to flight. Pass., to be put to flight, to flee affrighted
2. to terrify, frighten (Wis 179; Hdt. and Att..). Pass. (so always in NT; cf. M, Pr., 162), to be seized with fear, be affrighted, fear: Mt 10:31 14:27, Mk 5:33 6:50, Lk 1:13 8:50, Jo 6:19 12:15, Ac 16:38, al.; opp. to ὑψηλοφρονεῖν, Ro 11:20; σφόδρα, Mt 17:6 27:54; c. cogn. acc., φόβον μέγαν, Mk 4:41, Lk 2:9 (I Mac 10:8); φόβον αὐτῶν (obj, gen., but cf. ICC, in l.), I Pe 3:14; πτόησιν, I Pe 3:6; c. acc. pers., Mt 10:26, Mk 11:18, Lk 19:21, Jo 9:22, Ac 9:26,
Ro 13:3, al.; seq. ἀπό (like Heb.
n), Mt 10:28, Lk 12:4; seq. μή (cl.; Bl., § 65, 3; M, Pr., 184 f.), Ac 23:10 27:17; μήπως, Ac 27:29, II Co 11:3 12:20, Ga 4:11; μήποτε, He 4:1; c. inf. (Bl., § 69, 4; M, Pr., 205), Mt 1:20, Mk 9:32, al.; of reverential fear: Mk 6:20, Eph 5:33; τ. θεόν, Lk 1:50, Ac 10:2, I Pe 2:17, Re 14:7, al.; τ. κύριον, Col 3:22, Re 15:4; τ. ὄνομα τ. θεοῦ (v.s. ὄνομα), Re 11:18; οἱ φοβούμενοι τ. θεόν, of proselytes, Ac 13:16, 26 (cf. ἐκ-φοβέω)
- AAct. to put to flight, Lat. fugo, Il.
- IIto strike with fear, to terrify, frighten, alarm, Lat. terreo, Hdt., Attic; πόνος ὁ μὴ φοβῶν free from alarm, Soph.; φοβήσαντες κατεστήσαντο τὴν πολιτείαν they established it by terror, Plat.
- BPass. and Mid. to be put to flight, to flee affrighted, flee, Hom.; φοβηθείς in flight, Il.; ὑπό τινος φοβέεσθαι to flee before him, Il.
- IIto be seized with fear, be affrighted, fear, Hdt., Attic; φοβεῖσθαι εἴς or πρός τι to be alarmed at a thing, Soph.; ἀμφί τινι to fear about a thing, Hdt.; περί τινος Xen.; περί τινι Thuc., etc.:— φοβεῖσθαι μὴ . . to fear lest a thing will be, Lat. vereri ne . ., Eur., etc.; so, φ. ὅπως μὴ . . Thuc.; so, φοβ. ὅτι . ., ὡς . . to fear that . ., not like Lat. vereri ut . ., Thuc., etc.:— φοβ. c. inf. to fear to do, be afraid of doing, Aesch., Trag.
- 2c. acc. pers. to stand in awe of, dread, fear, Soph., etc.: c. acc. rei, to fear or fear about a thing, Soph.
-
…ἡμᾶς ἕπεσθαι καὶ φοβεῖσθαι αὐτὴν ἢ τῇ τοῦ ἑνός, εἴ τίς ἐστιν ἐπαΐων, ὃν δεῖ καὶ αἰσχύνεσθαι καὶ φοβεῖσθαι μᾶλλον ἢ σύμπαντας τοὺς ἄλλους ; ᾧ εἰ μὴ ἀκολουθήσομεν, διαφθεροῦμεν ἐκεῖνο καὶ λωβησόμεθα, ὃ τῷ μὲν δικαίῳ…
Plato, Crito
-
…ὅτι ἂν λέγῃς · ὡς ἐγὼ οὐκ ἀποδέξομαι ἐὰν ὕθλους τοιούτους λέγῃς. καὶ ἐγὼ ἀκούσας ἐξεπλάγην καὶ προσβλέπων αὐτὸν ἐφοβούμην, καί μοι δοκῶ, εἰ μὴ πρότερος ἑωράκη αὐτὸν ἢ ἐκεῖνος ἐμέ, ἄφωνος ἂν γενέσθαι. νῦν δὲ…
Plato, Republic
-
…ἐπιβουλαί. ἐγὼ δὲ τὴν σοφιστικὴν τέχνην φημὶ μὲν εἶναι παλαιάν, τοὺς δὲ μεταχειριζομένους αὐτὴν τῶν παλαιῶν ἀνδρῶν, φοβουμένους τὸ ἐπαχθὲς αὐτῆς, πρόσχημα ποιεῖσθαι καὶ προκαλύπτεσθαι, τοὺς μὲν ποίησιν, οἷον Ὅμηρόν τε καὶ Ἡσίοδον καὶ Σιμωνίδην…
Plato, Protagoras
-
…εἰδότες τοὺς ἐν τῷ πολέμῳ κινδύνους, ἀλλὰ νομίζοντες τὸν εὐκλεᾶ θάνατον ἀθάνατον περὶ τῶν ἀγαθῶν καταλείπειν λόγον, οὐκ ἐφοβήθησαν τὸ πλῆθος τῶν ἐναντίων, ἀλλὰ τῇ αὑτῶν ἀρετῇ μᾶλλον ἐπίστευσαν. καὶ αἰσχυνόμενοι ὅτι ἦσαν οἱ βάρβαροι αὐτῶν ἐν…
Lysias, Speeches
-
…. πρὸ οὖν τῶν κακῶν ὧν οἶδα ὅτι κακά ἐστιν, ἃ μὴ οἶδα εἰ καὶ ἀγαθὰ ὄντα τυγχάνει οὐδέποτε φοβήσομαι οὐδὲ φεύξομαι · ὥστε οὐδʼ εἴ με νῦν ὑμεῖς ἀφίετε Ἀνύτῳ ἀπιστήσαντες, ὃς ἔφη ἢ τὴν ἀρχὴν οὐ δεῖν…
Plato, Apology
-
…ἐξαιτουμένου δὲ αὐτοὺς Εὐρυσθέως Ἀθηναῖοι οὐκ ἠθέλησαν ἐκδοῦναι, ἀλλὰ τὴν Ἡρακλέους ἀρετὴν μᾶλλον ᾐδοῦντο ἢ τὸν κίνδυνον τὸν ἑαυτῶν ἐφοβοῦντο, καὶ ἠξίουν ὑπὲρ τῶν ἀσθενεστέρων μετὰ τοῦ δικαίου διαμάχεσθαι μᾶλλον ἢ τοῖς δυναμένοις χαριζόμενοι τοὺς ὑπʼ ἐκείνων ἀδικουμένους ἐκδοῦναι…
Lysias, Speeches
-
…ὑπὲρ δὲ τῆς ἀρετῆς οὐ φιλοψυχήσαντες, καὶ μᾶλλον τοὺς παρʼ αὑτοῖς νόμους αἰσχυνόμενοι ἢ τὸν πρὸς τοὺς πολεμίους κίνδυνον φοβούμενοι, ἔστησαν μὲν τρόπαιον ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος τῶν βαρβάρων ἐν τῇ αὑτῶν, ὑπὲρ χρημάτων εἰς τὴν ἀλλοτρίαν ἐμβαλόντων ,…
Lysias, Speeches
-
…τῶν ἄλλων ὅσοι ἂν πύθωνται αὐτὸν τὴν ὅλην ἀδικίαν ἠδικηκότα · οὐ γὰρ τὸ ποιεῖν τὰ ἄδικα ἀλλὰ τὸ πάσχειν φοβούμενοι ὀνειδίζουσιν οἱ ὀνειδίζοντες τὴν ἀδικίαν. οὕτως, ὦ Σώκρατες, καὶ ἰσχυρότερον καὶ ἐλευθεριώτερον καὶ δεσποτικώτερον ἀδικία δικαιοσύνης ἐστὶν…
Plato, Republic
-
…πᾶσαν τὴν οὐσίαν ἀποβαλεῖν ἢ συχνὰ χρήματα, ἢ καὶ ἄλλο τι πρὸς τούτοις παθεῖν ; εἰ γάρ τι τοιοῦτον φοβῇ, ἔασον αὐτὸ χαίρειν · ἡμεῖς γάρ που δίκαιοί ἐσμεν σώσαντές σε κινδυνεύειν τοῦτον τὸν κίνδυνον καὶ ἐὰν δέῃ ἔτι…
Plato, Crito
-
…ὡς ἐγὼ ᾠήθην τε καὶ ὑπέλαβον, φιλοσοφοῦντά με δεῖν ζῆν καὶ ἐξετάζοντα ἐμαυτὸν καὶ τοὺς ἄλλους, ἐνταῦθα δὲ φοβηθεὶς ἢ θάνατον ἢ ἄλλʼ ὁτιοῦν πρᾶγμα λίποιμι τὴν τάξιν. δεινόν τἂν εἴη, καὶ ὡς ἀληθῶς τότʼ ἄν με…
Plato, Apology