Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φοινίζω
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Φοίβη
φοιβήϊος
Φοιβήϊος
φοιβηΐς
Φοιβηΐς
φοιβηλάλος
φοίβησις
φοιβητεύω
φοιβητήρ
φοιβητής
φοιβητός
φοιβήτρια
φοιβήτωρ
Φοιβίδας
Φοῖβις
Φοιβίς
φοιβίτης
φοιβόλαμπτος
φοιβόληπτος
φοιβονομέομαι
φοῖβος
Φοῖβος
Φοίδας
φοΐδες
φοίνα
φοινάς
φοίνη
φοινήεις
φοίνιγμα
φοινιγμός
φοινίζω
φοινικ
φοινικαιγύπτιος
Φοινικαῖος
φοινικάνθεμος
Φοινικαρχέω
Φοινικάρχης
Φοινικαρχία
φοινικάς
φοινίκασπις
φοινικάω
φοινικείμων
φοινίκειος
φοινικελίκτης
φοινίκεος
Φοίνικες
φοινικεών
Φοινίκη
φοινικήϊος
Φοινικήϊος
φοινικηΐς
φοινικηρόν
Φοινικίας
φοινικίας
Φοινικίας ἄνεμος
Φοινικίδιον
φοινικίζω
Φοινικικός
φοινικικός
φοινικικῶς
φοινίκινος
…
φοινίζω
Save
LSJ
Pape
φοιν-ίζω,
v.l. for φοινίσσω,
Nonn.
D.
12.323.
φοινίζω
, = φοινίσσω (?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}