φοινικηΐς Save LSJ Pape φοινῑκ-ηΐς, ίδος, ἡ, = φοινικίς, Hsch. 2 = ἀνεμώνη 2, Id. φοινικηΐς, [ῑ] ίδος, bes. poet. fem. zu φοινικήϊος. Auch = φοινικίς, Hesych.