φοινικάνθεμος
φοινικάνθεμος, with purple flowers
φοινῑκάνθεμος, ον,
- with bright flowers, ἔαρ Pi. P. 4.64.
φοινικ·άνθεμος, ος, ον [ῑ] aux fleurs écarlates, Pd. P. 4, 114.
Étym. φοῖνιξ, ἄνθεμον.
φοινικάνθεμος, [ῑ] mit purpurroter Blüte, ἔαρ Pind. P. 4.64.
φοινῑκάνθεμος
- 1with its red flowers φοινικανθέμου ἦρος ἀκμᾷ P. 4.64
φοινικάνθεμος
φοινῑκ-άνθεμος, ον,
ἄνθεμον
- with purple flowers, Pind.