Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Φοινικαῖος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φοιβηΐς
Φοιβηΐς
φοιβηλάλος
φοίβησις
φοιβητεύω
φοιβητήρ
φοιβητής
φοιβητός
φοιβήτρια
φοιβήτωρ
Φοιβίδας
Φοῖβις
Φοιβίς
φοιβίτης
φοιβόλαμπτος
φοιβόληπτος
φοιβονομέομαι
φοῖβος
Φοῖβος
Φοίδας
φοΐδες
φοίνα
φοινάς
φοίνη
φοινήεις
φοίνιγμα
φοινιγμός
φοινίζω
φοινικ
φοινικαιγύπτιος
Φοινικαῖος
φοινικάνθεμος
Φοινικαρχέω
Φοινικάρχης
Φοινικαρχία
φοινικάς
φοινίκασπις
φοινικάω
φοινικείμων
φοινίκειος
φοινικελίκτης
φοινίκεος
Φοίνικες
φοινικεών
Φοινίκη
φοινικήϊος
Φοινικήϊος
φοινικηΐς
φοινικηρόν
Φοινικίας
φοινικίας
Φοινικίας ἄνεμος
Φοινικίδιον
φοινικίζω
Φοινικικός
φοινικικός
φοινικικῶς
φοινίκινος
φοινίκιον
φοινίκιος
Φοινίκιος
…
Φοινικαῖος
Save
LSJ
Φοινῑκ-αῖος, ὁ (sc.
μήν
), name of month at Corinth,
Corinth
8(1).2.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}