φοινικελίκτης Save LSJ Pape φοινῑκελίκτης, οῦ, ὁ, = ἀπατηλός, Com.Adesp. 1293. φοινικελίκτης, [ῑ] ὁ, ein Betrüger, Gauner, VLL nach Od. 14.288 : Φοίνιξ ἀνὴρ ἀπατήλια εἰδώς.