Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φοινικικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φοινιγμός
φοινίζω
φοινικ
φοινικαιγύπτιος
Φοινικαῖος
φοινικάνθεμος
Φοινικαρχέω
Φοινικάρχης
Φοινικαρχία
φοινικάς
φοινίκασπις
φοινικάω
φοινικείμων
φοινίκειος
φοινικελίκτης
φοινίκεος
Φοίνικες
φοινικεών
Φοινίκη
φοινικήϊος
Φοινικήϊος
φοινικηΐς
φοινικηρόν
Φοινικίας
φοινικίας
Φοινικίας ἄνεμος
Φοινικίδιον
φοινικίζω
Φοινικικός
φοινικικός
φοινικικῶς
φοινίκινος
φοινίκιον
φοινίκιος
Φοινίκιος
φοινικιοῦς
φοινικιόω
φοινικίς
φοινίκισμα
Φοινίκισσα
φοινικιστής
Φοινικιστί
φοινικιστί
φοινικίτης
φοινικο
φοινικοβάλανος
φοινικόβαπτος
φοινικοβατέω
φοινικοβαφής
φοινικογενής
φοινικογράφος
φοινικοδάκτυλος
φοινικοέανος
φοινικοείμων
φοινικόεις
φοινικόθριξ
φοινικοκράδεμνος
φοινικοκρήδεμνος
φοινικόκροκος
φοινικόλεγνος
φοινικόλοφος
…
φοινικικῶς
Save
Bailly 2024
φοινικικῶς
[
νῑ
]
adv.
à la façon des Phéniciens,
DL.
7, 25
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}