Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φοιτός
φοιτός, [> φυτός]
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φοινικών
Φοῖνιξ
φοίνιξ
φοῖνιξ
Φοίνιξ
φοίνιξις
φοίνιος
φοινίσκη
φοίνισσα
Φοίνισσα
φοινίσσω
φοινός
φοινώδης
φοΐς
φοιτάζω
φοιταλέος
φοιταλιεύς
φοιταλιώτης
φοιτάς
φοιτάω
φοιτεία
φοιτέω
φοίτης
φοίτησις
φοιτητέον
φοιτητήρ
φοιτητής
φοιτητός
φοιτίζω
φοῖτος
φοιτός
Φολέγανδρος
φόλετρον
φολιδοειδής
φολιδόομαι
φολιδόω
φολιδώδης
φολιδωτός
φολίς
φόλκις
φολκός
φολλικώδης
φόλλιξ
φόλλις
Φολόη
Φόλος
φόλυες
φολύνει
φόλυς
φονά
φόναξ
Φόναξ
φονάω
φονεργάτης
φόνευμα
φονεύς
φονεύσιμος
φονευτέον
φονευτής
φονευτικός
φονεύτρια
…
φοιτός
Save
φοιτός, [> φυτός]
LSJ
φοιτός, late spelling of
φυτός
(q. v.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}