φυγαδευτήριον
φυγαδευτήριον, city of refuge
φῠγᾰδ-ευτήριον, τό,
- city of refuge, LXX Nu. 35.6, Jo. 20.2, al.
φυγαδευτήριον, ου (τὸ) [ῠᾰ] c. φυγαδεῖον, Plut. M. 988a ; Spt. Num. 35, 15 ; Jos. 20, 2, etc.
Étym. neutre du suiv.
φυγαδευτήριον, = φυγαδεῖον, LXX.