φυσήτωρ Save LSJ Bailly 2024 φῡσ-ήτωρ, ορος, ὁ, = φυσητήρ, as Adj., ἀσκοί Nonn. D. 30.70. φυσήτωρ, ορος (ὁ) [ῡ] c. φυσητήρ, Nonn. D. 30, 70.